Σεμαγλουτίδη: Μελέτη συνδέει τις δημοφιλείς ενέσεις αδυνατίσματος με κίνδυνο τύφλωσης Ημερομηνία:
4/7/2024, 16:40 - Εμφανίσεις: 77
Τα άτομα που λαμβάνουν σεμαγλουτίδη, το ενέσιμο φάρμακο της Novo Nordisk για την αντιμετώπιση του διαβήτη και τη μείωση του σωματικού βάρους, ενδέχεται να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο μιας σοβαρής πάθησης των ματιών, διαφαίνεται από νέα μελέτη.
Η σεμαγλουτίδη, μέλος μιας νέας οικογένειας φαρμάκων που ονομάζονται αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1, μιμείται τη δράση μιας ορμόνης που παράγεται στο έντερο και δημιουργεί το αίσθημα του κορεσμού στον εγκέφαλο.
Η νέα μελέτη που δημοσιεύεται στην επιθεώρηση JAMA Ophthalmology διαπιστώνει ότι το 8,9% των ασθενών που λαμβάνουν σεμαγλουτίδη για τον διαβήτη εμφανίζουν πρόσθια ισχαιμική νευρική νευροπάθεια, έναντι 1,8% των ασθενών που λαμβάνουν αντιδιαβητικά φάρμακα άλλης κατηγορίας.
Η πάθηση παρουσιάζεται επίσης στο 6,7% των ασθενών που λαμβάνουν σεμαγλουτίδη για αδυνάτισμα, έναντι 0,8% για όσους λαμβάνουν άλλα φάρμακα για μείωση του βάρους.
Η πρόσθια ισχαιμική νευρική νευροπάθεια οφείλεται σε μειωμένη αιμάτωση του οπτικού νεύρου και προκαλεί απώλεια όρασης χωρίς να συνοδεύεται από πόνο.
Είναι η δεύτερη συχνότερη αιτία τύφλωσης λόγω βλάβης του οπτικού νεύρου μετά το γλαύκωμα.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 710 ενηλίκων με διαβήτη τύπου 2 και 979 ενηλίκων που λάμβαναν σεμαγλουτίδη για αδυνάτισμα.
Η ανάλυση έλαβε υπόψη άλλους παράγοντες που θα μπορούσε να αυξάνουν τον κίνδυνο, όπως η υπέρταση και η αποφρακτική υπνική άπνοια.
Η δημιουργός της σεμαγλουτίδης Novo Nordisk επισήμανε από την πλευρά της τους περιορισμούς της μελέτης, η οποία ήταν μια απλή, μη τυχαιοποιημένη μελέτη παρατήρησης.
«Τα δεδομένα που δημοσιεύονται σε αυτή τη μελέτη δεν επαρκούν για να τεκμηριωθεί αιτιώδης σχέση ανάμεσα» δήλωσε η εταιρεία σε ανακοίνωση που εξέδωσε.
Η πρόσθια ισχαιμική οπτική νευροπάθεια παρουσιάζεται κυρίως στη μέση ηλικία.
Στις ΗΠΑ πλήττει κάθε χρόνο 0,54 άτομα ανά 100.000 πληθυσμού, αν και η επίπτωση αυξάνεται στα 2,3 με 10,2 κρούσματα ανά 100.000 ενήλικες άνω των 50, σύμφωνα με δεδομένα της Αμερικανικής Ακαδημίας Οφθαλμολογίας.